Nautical Terms

  1. Abeam: At right angles to the keel of the boat.
  2. Anchor: A heavy object attached to a boat by a cable or chain, dropped to the sea bottom to prevent drifting.
  3. Astern: Behind a boat.
  4. Ballast: Heavy material carried low in a vessel to improve its stability.
  5. Beam: The width of a boat at its widest point.
  6. Bilge: The lowest interior part of a boat’s hull.
  7. Boom: A horizontal spar attached to the mast, used to extend the foot of a sail.
  8. Bow: The forward part of a boat.
  9. Buoy: A floating object, anchored to the seabed, used as a navigational aid.
  10. Cabin: An enclosed space on a boat providing shelter.
  11. Capsize: To overturn a boat accidentally.
  12. Chart: A map for navigation, especially at sea.
  13. Cleat: A fitting to which lines are made fast.
  14. Cockpit: An open area at the back of a boat.
  15. Compass: An instrument for determining directions.
  16. Crew: The people who operate a boat.
  17. Current: The flow of water in a particular direction.
  18. Deck: A horizontal surface covering a boat’s hull.
  19. Displacement: The weight of water displaced by a floating vessel.
  20. Draft: The depth of a boat’s keel below the waterline.
  21. Fathom: A unit of length equal to six feet, used for measuring depths.
  22. Forecastle: The forward part of the upper deck of a ship.
  23. Galley: The kitchen of a ship or boat.
  24. Gangway: A narrow board or ramp used as a bridge for boarding or leaving a ship.
  25. Halyard: A line used to hoist a sail.
  26. Hatch: An opening in a boat’s deck.
  27. Head: A marine toilet.
  28. Helm: A ship’s steering mechanism.
  29. Hull: The main body of a ship or boat.
  30. Jib: A triangular sail at the front of a sailboat.
  31. Knot: A unit of speed equal to one nautical mile per hour.
  32. Lanyard: A short rope used for fastening something.
  33. Latitude: The distance north or south of the equator.
  34. Lazarette: A storage space in the stern of a boat.
  35. Lee: The side or direction away from the wind.
  36. Leeward: The side or direction toward which the wind is blowing.
  37. Log: A device for measuring a ship’s speed.
  38. Mainsail: The largest sail on a ship, typically attached to the mainmast.
  39. Mast: A vertical spar that supports sails.
  40. Nautical Mile: A unit of measurement used in navigation, equal to one minute of latitude.
  41. Navigation: The process of planning and directing the course of a ship.
  42. Oar: A pole with a flat blade used for rowing.
  43. Outboard Motor: A detachable engine mounted on the outside of a boat.
  44. Overboard: Over the side or out of the boat.
  45. Port: The left side of a boat when facing forward.
  46. Quarterdeck: The aft part of the upper deck.
  47. Radar: A system that uses radio waves to detect objects and determine their range, angle, and velocity.
  48. Reef: To reduce the area of a sail by partially furling or lowering it.
  49. Rigging: The system of ropes and cables supporting and controlling the masts and sails of a sailing vessel.
  50. Rowlock: A device in the gunwale of a boat to support an oar.
  51. Running Rigging: The lines used to control the movable parts of the sails.
  52. Sailing: The propulsion of a vessel by the wind.
  53. Scuttlebutt: A drinking fountain on a ship, or rumors and gossip.
  54. Sea Anchor: A device deployed in the water to reduce a boat’s drift in heavy weather.
  55. Starboard: The right side of a boat when facing forward.
  56. Stern: The back part of a vessel.
  57. Tacking: Turning a sailing vessel so that the wind changes from one side to the other.
  58. Tender: A small boat used to transport people or supplies between shore and a larger vessel.
  59. Tide: The regular rising and falling of the sea, caused by the gravitational pull of the moon and the sun.
  60. Transom: The flat surface forming the stern of a boat.
  61. Underway: The state of a vessel when not moored, anchored, or aground, but in motion.
  62. Vessel: A general term for any watercraft capable of independent movement.
  63. Wake: The visible trail left behind a moving boat on the water.
  64. Windward: The side or direction from which the wind is blowing.
  65. Yacht: A relatively large sailing vessel used for cruising or racing.


A very Trimmed Nautical Dictionary from Greek to English. We think you’ll find it very useful.

Greek-English dictionary of sailing terms by Halkidiki Sailing Yachting:
Άβακας (παπαδιά, καθρέφτης) = abacus
Αβαράρω (απωθώ, σπρώχνω) = shove
Αγαντάρω = avast, fend off (σταματώ και κρατώ κάτι σταθερά χωρίς να λασκάρω ή
να φερμάρω)
Άγκυρα = anchor
Αγκυροβολία = anchoring
Αγκυροβόλιο = anchorage, mooringplace
Αγκυροβολώ = to anchor, to moor, to come to anchor
Αετός =leech, roach (η πρυμνιά πλευρά – υποτείνουσα του τριγώνου του πανιού)
Ακρόπρωρο = figurehead, figure-head
Ακρωτήριο = cape
Ακτή = coast, coastline
Ακτοπλοΐα = coastal navigation
Αλεώριο = beacon (ενδεικτικό σημείο)
Άλμπουρο = mast
Αλυσίδα = chain
Άμπωτη = ebb
Αναστροφή (τακ) = tack
Ανατολή = East
Αναφωτίδα (υπερκατασκευή, σπιράγιο, κουτούσι) = decklight
Άνεμος = wind
Φαινόμενος άνεμος = apparent wind
Πραγματικός άνεμος = true wind
Σχετικός άνεμος = relative wind
Απότομη αύξηση του ανέμου (σπηλιάδα) = gust
Ανεμοδείκτης = weathercock, weathervane
Ανεμοδούρα = weathervane
Ανεμολόγιο = compass rose
Ανεμόμετρο = wind gauge
Ανεμούριο = wind sleeve
Αντιανέμωση = back winding
Αντιμάμαλο = backwash, rip
Απάγκιο = leeward side
Απόκλιση = variation
Αποπλέω = sail away, leave port, get sail, put out to sea, put to sea, set sail, sail
Αποθαλασσία = swell
Αποπλέω (σαλπάρω) = put to sea
Βαγονάκι = track (τζένοας), traveler (μαΐστρας)
Βαρόμετρο = barometer
Βαρδάρια = running stays, running backstays, check stays
Βάθος = depth
Βελαστράλι = staysail
Βιντσιρέλο (εργάτης) = winch
Βιράρω = hoist
Βορράς = north
Βύθισμα = draft, sinking, draught of a ship
Βυθός = bottom
Γάστρα = hull, flowerpot, belly
Γεωγραφικόπλάτος = latitude
Γεωγραφικόμήκος = longitude
Γραδελάδα = grating
Γραντί = luff
Γοφός = quarter
Δένω = make fast, fast
Δέστρα = bollard, cleat
Δευτερόπριμα = training run
Δίαυλος = channel, fairway, lane
Διόπτευση = bearing
Δρομόμετρο = log
Δύση = west
Εγγυτάτη = close-hauled
Εκπεσμός = derogation
Έκταμα (αλυσίδας) = span
Εκτόπισμα = displacement
Εντατήρας = tensioner
Έξαλα = freeboard
Εξάρτηση = rig
Εξαρτία = rigging
Εξαρτισμός = rigging
Επίδρομος = stay, baby stay
Επίσημα = top marks
Επίτονος = backstay
Εργάτης = winch, windlass
Έρμα = ballast
Ζωνάρι = rubbing strake
Ημίτονοι (μαγγιόρα) = intermediate shrouds
Θύελλα = storm
Ίσαλος (γραμμή) = waterline
Ιστός = mast
Ιστίο = sail
Ιστιοφόροσκάφος = sailer
Ιστιοπλοΐα = sailing
Κάβος (ακρωτήρι) = cape
Κάβος (σχοινί)= cable, mooring line, toe band, warp
Καβοπιάνο = long line, cable line
Καδένα = chain
Καθρέπτης = abacus
Καμήλα = camel backseat (το ανασήκωμα του καθίσματος του τιμονιέρη για καλύτερη ορατότητα, που θυμίζει ράχη καμήλας)
Καμπάνα σπινακόξυλου = spinnakerboomcup
Καμπίνα = cabin
Καρίνα (ή καρένα ή τροπίδα) = keel
Κάσαρο = hatch
Κατάορτσα = inirons
Κατάπρυμα = run, deadrun
Κατάρτι = mast
Κατάστρωμα = deck
Κιάλια = fieldglasses, binoculars
Κόλπος = gulf
Κολωνάκι = stanchion
Κόμβος = knot
Κόμπος = bend, hitch
(καντηλίτσα = bowline
οκτάρι = figure
σταυρόκομπος = square knot
ποδόδεσμος = sheet bend
ψαλιδιά = clove hitch
διπλήψαλιδιά = rolling hitch
κρικόδεσμος = fisherman bend)
Κοτσανέλο (δέστρα) = toggle, cleat
Κουβέρτα = deck
Κουμπάσο (ναυτικόςδιαβήτης) = caliper, compass
Κουπαστάρω = heel
Κουρέας = barber hauler
Κουτούσι (υπερκατασκευή, σπιράγιο, αναφωτίδα) = decklight
Κούτσα (σεντίνα) = bilge
Κράτει (μηχανή) = hold, stop
Κρηπίδωμα = quay
Κυματοθραύστης = breakwater
Λαγουδέρα (διάκι – οίαξ) = helmstock, tiller
Λαζαρέτο = lazaretto, locker
Λασκάδα = broad reach
Λασκάρω = let loose
Λεντίες = springs, spring lines
Λιμάνι = port, harbor, haven
Λιμενοβραχίονας = mole
Λιμενοδείκτης (πορτολάνος – από το Ιταλικό Portolano) = portplan
Λιμνοθάλασσα = lagoon
Μαγγιόρα = intermediate shrouds, lower shrouds, sidestays
Μαϊνάρω = lower (κατεβάζω)
Μαΐστραήμεγίστη = mainsail, main
Μακαράς = block
Μανέλα = winchhandle (η χειρολαβή – μανιβέλα – για το γύρισμα των βιτζιρέλων)
Μαντάρι = halyard (το σχοινί για το βιράρισμα των πανιών που πιάνει στην κεφαλή
Μαντάρισπινακόξυλου = spinnaker boom topping lift
Μαρίνα = marina
Μάσκα = bow
Ματισιά = splicing
Μάτσα = main boom
Μεγίστη = mainsail, main
Μεντζάνα = miz(z)en-mast, miz(z)en (η ‘’μαΐστρα’’ τουπίσωάλμπουρουτων Kettch)
Μεσοπρότονος (ήεπίδρομος) = stay, baby stay, small forestay
Μηχανοστάσιο = engine room
Μόλος = mole
Μούδα = reef
Μουδάρω = reef
Μουδάρισμα = reefing
Μπαλατσίνι = topping lift
Μπαλαούρο = locker, lazaretto
Μπαλκόνι πρύμης = push pit
Μπαλκόνι πλώρης = pulp
Μπαλόνι (προστατευτικό) = fender
Μπαλόνι (είδος πανιού) = spinnaker
Runner = βαθύ μπαλόνι με μεγάλους ώμους και πολύ μεγάλη επιφάνεια(κατάπρυμα- δευτερόπριμα)
Reacher = στεγνό μπαλόνι με μικρούς-κλειστούς ώμους (πλαγιοδρομία με
δυνατότερο άνεμο)
Al-purpose = ενδιάμεσο μπαλόνι που ταιριάζει σε όλες τις πλεύσεις
Μπαλονόξυλο = spinnakerboom, spinnakerpole
Μπανέλα = baleen, whalebone
Μπαστέκα = block
Μπαστιχάγιο = toerail
Μπαστούνι = bowsprit
(Μ)πεντένι = rampart, slip line
Μπίντα = Bollard
Μπουλμές = bulkhead
Μπούνια = scupper holes
Μπουρού = fog horn
Ναύδετο = mooring buoy
Ναυτικόκλειδί = snapshackle, shackle
Ναυτιλία = navigation
Ακτοπλοΐα = coastal navigation
Nκεανοπλοΐα = ocean navigation
Ναυτικός = sailor
Νήσος = island
Νησίδα = islet
Νότος = south
Ντουκιάζω = coil
Ξάρτι = rig
Ξάρτια = shroud
Ξαρτόριζα = chainplate, rigging screw
Όκκιο = hawsehole, fairlead
Όρμος = bay
Ορμίσκος = cove
Όρτσα = beat, close haul, upwind, a-weather
Ορτσαρισμένος = windward
Ορτσάρω = go to windward, luff up, luff, head up, turn into the wind, turn closer to the wind
Ουριοδρομία = run
Πανιόλα = floorboards, cabin sole
Παπαδιά (καθρέπτης, άβακας) = abacus
Παραλλαγή = compass error
Παράτονα = main shrouds, cup shrouds
Παραφωτίδα = port light (υδατοστεγέςπλευρικόπαράθυρο)
Παρεκτροπή = deviation
Πασαρέλα = boarding ladder, plank, gang plank, gangway
Παταράτσα = main shrouds, cup shrouds
Πεντένι = rampart, slip line
Πηδάλιο = helm, steer, steering wheel
πτερύγιο πηδαλίου = rudder
Πηδαλιούχος = helmsman
Πλαγιοδέτηση = side berthing
Δένω το σκάφος πάνωσε άλλο δεύτερη, τρίτη κλπ ντάνα = rafting up
Πλαγιοδρομία = beam reach
Πλευρά (μπάντα) = side
Πλεύση = course
Νεκρόςτομέας, νεκρή ζώνη = no go zone, no sail sector
Κλειστή όρτσα, οξεία εγγυτάτη = close hauled
Ανοιχτή όρτσα, = close reach
Πλαγιοδρομία = beam reach
Λασκάδα, φορός = broad reach
Δευτερόπρυμα, επίφορος = training run, running
Πρύμα, κατάπρυμα, καταβέλονα, ουριοδρομία = run
Κλειστή πλαγιοδρομία = close reach
Ανοιχτή πλαγιοδρομία = broad reach
Πλημμυρίδα = flood
Πλοήγηση = piloting
Πλοηγός = pilot
Πλούς (ρότα) = seaway
Πλώρα = fore
Πλώρη = bow, head
Πλωριοδέτηση = berthing bow-on
Πλωτήαποβάθρα = hulk
Ποδάρι = tack
Ποδιά = foot
Ποδίζω = go to leeward, bear away, bear off, head downwind, turn away from the wind
Πορεία (πλεύση) σκάφους = course, way
Πορτούζι = eyelet
Πότζα (υποστροφή, τσίμα) = jibe, gybe
Προβλήτα = jetty
Προδέτηση = bow to
Προπέλα = propeller
Προπέλα σταθερή = fixed blade propeller
Προπέλα feathering = feathering propeller (προπέλα μεταβλητού βήματος)
Προπέλα αναδιπλούμενη = folding propeller
Άξονας προπέλας = propeller shaft
Προσάραξη = beaching, grounding, stranding
Προς τα πίσω = astern
Προς τα εμπρός = ahead
Προσήνεμος (σοφράνο)= windward
Πρόσω (μηχανή)= ahead
Πρότονος = forestay, head stay
Πρύμα = aft
Πρύμα(πλεύση) = down wind, dead run, fair wind
Πρυμάτσες = stern lines
Πρύμη (ήπρύμνη) = stern
Πρυμνοδέτηση = go stern
Πρυμνοδετώ = berthing stern-to,
Πυξίδα = compass
Πυρσός = light
Ράουλο = roll, roller, block
Ρέλια = rails, handrails, stanchions lines, life lines
Ρεμέτζο = berth, dock, mooring
Ρεστία = swell
Ρηχία (άμπωτη) = ebb
Ριπή (ανέμου) = gust
Ρότα (πλούς) = seaway
Ρεύμα (θαλάσσης) = current
Ρόδα (τιμόνι) = steeringwheel
Ρότα (πλους) = seaway
Σαλπάρω (αποπλέω) = put to sea
Σεντίνα = bilge
Σημαδούρα (ή τσαμαδούρα) = mooringbuoy
Σημαία = flag
Σημαντήρας = buoy
Σκαρί = craft
Σκάτζα = maststep
Σκότα = sheet
Σκότα μαΐστρας = mainsheet
Σοφράνο (προσήνεμο) = windward
Σπηλιάδα (ριπή ανέμου) = gust, squall
Σπιράγιο (υπερκατασκευή, κουτούσι, αναφωτίδα)= decklight
Σπινακόξυλο = spinnakerboom, spinnakerpole
Σταυρός (ιστού) = spreader
Σταβέντο (υπήνεμα)= leeward
Στίγμα = position
Στρίτσο = anchorwell
Στροφόμετρο = tachometer, revolution counter, counter
Σχεδία = raft
Σωσίβιο = life-buoy, life-jacket, lifebelt, life preserver,
Ταμπούκι = hatch, κάσαρο
Τιμόνι = steer, helm
Τιμονιέρης = helmsman, steersman
Τζένοα = genoa
Tροπίδα (καρίνα ή καρένα)= keel
Τροχαλία = block
Τσαμαδούρα = mooring buoy
Τσαμαντάλια = reef points
Τσίμα (υποστροφή, πότζα) = jibe, gybe
Υπερκατασκευή (σπιράγιο, κουτούσι, αναφωτίδα)= decklight
Υπήνεμος (σταβέντο)= leeward
Υποστροφή (τσίμα, πότζα) = jibe
Ύφαλα = underwater parts, bottom
Ύφαλος = sunken
Φάλκα = cabin top
Φάρος = lighthouse, beacon
Φερμάρω = avast, fast
Φιλιστρίνι = porthole
Φίμωμα = whipping
Φλόκος = jib
Φουντάρω = dropanchor, layanchor
Φρένα = camcleats, stoppers, linebreaks (εκεί που περνάμε τα σχοινιά για να τα ασφαλίσουμε χωρίς να τα δέσουμε)
Φώτα = lights
Εφίστιος φανός = masthead light (247,5º – 112,5º) (τόξο 225º)
Φανός κορώνης = stern light (112,5º – 247,5º) (τόξο 135º)
Πλευρικός φανός = side light (0 – 112,5º & 247,5º – 360º ) (τόξο 112,5º)
Φανός αγκυροβολίας = Anchoring light
Φανός περίβλεπτος = All-roundlight
Αναλάμπων φανός = flashing light
Φανός ρυμούλκησης = towing light
Φωτοσημαντήρας = lightbuoy
Χαβούζα = cockpit
Χιαστί σχοινιά = spring lines